- δολίχαυλος
- δολίχαυλος, -ον (Α)(για λόγχη ή αιχμή δόρατος) αυτός που έχει μακρύ αυλό, σωλήνα όπου έμπηγαν το ξύλο.
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
δολίχαυλος — with a long tube masc/fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δολιχαύλους — δολίχαυλος with a long tube masc/fem acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δολίχαυλοι — δολίχαυλος with a long tube masc/fem nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
αυλός — Πνευστό μουσικό όργανο αρχαιότατης προέλευσης. Αιγυπτιακές τοιχογραφίες μάς πληροφορούν ότι οι Αιγύπτιοι γνώριζαν τουλάχιστον τρία είδη α.: τους ευθύαυλους μιμ με επιστόμιο και πέντε οπές, τους πλαγίαυλους σέμπι, που παίζονταν περίπου όπως και τα … Dictionary of Greek